Ορθοπαιδικά Θέματα                      

Ορθοπαιδικά Θέματα

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΔΟΜΥΕΛΙΚΩΝ ΗΛΩΣΕΩΝ 2012
ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΚΟΣΤΟΥΣ-ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΧΑΝΤΗΡΙΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΜΕ DHS vs. G3-nail.
Νικολόπουλος Δ, Αγγελίδης Χ, Μίχος Ι και συν.
Δ Ορθοπαιδική Κλινική Ασκληπιείου Βούλας
Σκοπός: Να συσχετίσουμε τα αποτελέσματά μας από τη χρήση του DHS έναντι του G3-nail, στη θεραπεία των διατροχαντηρίων καταγμάτων (ΔΤΧ)• και να αναλύσουμε το κόστος έναντι του αποτελέσματος.
Υλικό & Μέθοδος: Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη της περιόδου Ιανουάριος 2008 με Ιούνιο 2011, όπου στην κλινική μας αντιμετωπίσθηκαν 176 διατροχαντήρια κατάγματα (81 άντρες – 95 γυναίκες), μέσης ηλικίας 78,4 έτη (εύρος: 64-99). Τα 89 αντιμετωπίσθηκαν με DHS και τα 87 με G3-nail. Και στις δύο ομάδες υπήρχαν ασταθή ΔΤΧ και σταθερά ΔΤΧ κατάγματα σε παρόμοιο ποσοστό. Οι ασθενείς εκτιμήθηκαν μετεγχειρητικά κλινικά (Harris Hip και VAS score) και ακτινολογικά (ανάταξη, πώρωση), ενώ αναλύθηκαν επιπλέον η  μετεγχειρητική κινητοποίηση, οι επιπλοκές, οι ημέρες νοσηλείας, απώλειες αίματος-μεταγγίσεις, και το κόστος (χειρουργείου + νοσηλείας). 
Αποτελέσματα: Tα Harris Hip και VAS score δεν διέφεραν σε επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας μεταξύ των 2 ομάδων (DHS μ.ο. 82 και 1,4 αντίστοιχα έναντι 83,2 και 1,3 στο G3-nail) (p<0,05). Πώρωση επετεύχθη σε όλα τις περιπτώσεις με G3-nail, όπως και στα DHS πλην ενός που τροποποιήθηκε σε G3-nail. Από επιπλοκές είχαμε 2 cut-out, 1 protrusion, 2 επιπολής φλεγμονές σε G3, έναντι 3 cut-out, 2 protrusion, 4 επιπολής φλεγμονές, 5 αιματώματα-καθυστερημένη σύγκλιση τραύματος σε DHS. Είχαμε 5,2 ημέρες νοσηλείας (εύρος 4-7) σε ασθενείς με G3 και 6,4 ημέρες (εύρος 4-9) σε DHS. Επιπλέον, είχαμε κατά μ.ο. 0,7 μεταγγίσεις (εύρος, 1-2) σε G3 έναντι 2,1 (εύρος,1-4) σε DHS. Τέλος το κόστος (χειρουργείου-νοσηλείας) ήταν ~45% ακριβότερο στους ασθενείς με G3, ενώ αν συνυπολογίσουμε τις επιπλοκές, το κόστος ΜΤΧ αποκατάστασης, και το κόστος μετάγγισης η διαφορά είχε ένα εύρος από 0-15%. 
Συμπεράσματα: Η αντιμετώπιση των ΔΤΧ καταγμάτων με DHS ή G3-nail είναι εξίσου αξιόπιστες (μικρή υπεροχή του G3 στα ασταθή κατάγματα). Συνυπολογίζοντας εκτός από το κόστος του υλικού οστεοσύνθεσης, το κόστος της νοσηλείας, των μεταγγίσεων και των επιπλοκών, δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά κόστους-αποτελέσματος των δύο τεχνικών.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΔΟΜΥΕΛΙΚΩΝ ΗΛΩΣΕΩΝ 2012
ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΗΛΩΝ ΤΥΠΟΥ γ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΠΕΡΙΤΡΟΧΑΝΤΗΡΙΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ
Νικολόπουλος Δ., Ρώσσας Χ., Μίχος Ι και συν.
Δ’ Ορθοπαιδικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας
Σκοπός: Η ανασκόπηση όλων των επιπλοκών (διεγχειρητικές και μετεγχειρητικές) που παρατηρήθηκαν σε ένα σχετικά ικανοποιητικό αριθμό περιτροχαντηρίων καταγμάτων που αντιμετωπίσθηκαν με χρήση ήλου τύπου γ.
Υλικό και μέθοδος: Κατά την περίοδο 01/2007-01/2011 αντιμετωπίσθηκαν 317 ασθενείς (82 άνδρες – 235 γυναίκες) με περιτροχαντήρια κατάγματα και μέσο όρο ηλικίας 77.2 έτη (41 – 104). Τα κατάγματα ταξινομήθηκαν σε σταθερά(108) και ασταθή(209). Σε 14 περιπτώσεις χρειάσθηκε διάνοιξη της καταγματικής εστίας. Όλοι υποβλήθηκαν σε στατική ενδομυελική ήλωση με ήλο τύπου γ (281 με κοντό και 36 με μακρύ).
Αποτελέσματα: Πώρωση επιτεύχθηκε σε όλους τους ασθενείς σε 11,4 εβδομάδες κατά μέσο όρο (8-21εβδ.). Οι επιπλοκές μας χωρίσθηκαν σε διεγχειρητικά σφάλματα και μετεγχειρητικές επιπλοκές. Τα διεγχειρητικά σφάλματα ήταν 1 προστριβή του εγγύς άκρου του ήλου, 2 κοχλιωτοί ήλοι κοντύτεροι από το κανονικό και 1 μακρύτερος, 1 τάπα ήλου εντός μαλακών μορίων, 2 περιφερικοί κοχλίες μακρύτεροι από το κανονικό, 3 κοντύτεροι και 2 εκτός οπής, 1 θραύση εύκαμπτου κατσαβιδιού κατά την τοποθέτηση κοχλία συνδέσεως και 1 διεγχειρητικό κάταγμα μείζονος τροχαντήρος. Οι μετεγχειρητικές επιπλοκές ήταν 2 cut-out, 3 περιπτώσεις πώρωσης σε πλημμελή θέση, 1 ψευδάρθρωση, 3 περιπτώσεις έκτοπης οστεοποίησης, 2 περιπτώσεις ευμεγέθους εκχύμωσης και 2 επιπολείς φλεγμονές. Συνολικά, επανεγχειρήσθηκαν 3 ασθενείς. Ακόμη, παρατηρήθηκαν 1 περίπτωση ουρολοίμωξης και 4 έλκη κατακλίσεως.   
Συμπέρασμα: Η χρήση ήλων τύπου γ στην αντιμετώπιση των περιτροχαντηρίων καταγμάτων είναι μια αποτελεσματική, αλλά συνάμα απαιτητική μέθοδος. Έχει μεγάλη καμπύλη εκμάθησης, γι’ αυτό η εξοικείωση μαζί της μειώνει τη συχνότητα των επιπλοκών (συνολικά 9,3% στη μελέτη μας).      

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2012

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΒΛΑΙΣΟΠΛΑΤΥΠΟΔΙΑΣ
Δ.Δ. Νικολόπουλος, Γ. Βλατής και συν.
Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας
ΣΚΟΠΟΣ: Η παρουσίαση της εμπειρίας μας και η κλινική και ακτινολογική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μας από τη χειρουργική αντιμετώπιση ασθενών με επίκτητη βλαισοπλατυποδία, λόγω ανεπάρκειας του οπίσθιου κνημιαίου τένοντα (ΟΚΤ).
ΥΛΙΚΟ & ΜΕΘΟΔΟΣ: Την περίοδο 2006-2011, 17 ασθενείς (7 άντρες, 10 γυναίκες) μέσης ηλικίας 63.6 ετών (εύρος, 36-78), πάσχοντες από ανεπάρκεια του ΟΚΤ σταδίου ΙΙ έως IV και μετά αποτυχία συντηρητικής αγωγής, υποβλήθηκαν χειρουργικά σε: Α) οστεοτομία και έσω μετατόπιση πτέρνας, με τενοντομεταφορά του μακρού καμπτήρα δακτύλων (9 ασθενείς σταδίου ΙΙ) και Β) τριπλή ή τετραπλή αρθρόδεση (8 ασθενείς σταδίου ΙΙΙ και IV, αντίστοιχα). Οι ασθενείς εκτιμήθηκαν προ- και μετεγχειρητικά κλινικά και ακτινολογικά σε ένα follow-up 18 μηνών κατά μ.ο. (εύρος, 12-24). Κλινικά εκτιμήθηκαν τόσο το AOFAS και VAS score, όσο και η ύπαρξη εύκαμπτης πλατυποδίας, το σημείο πολλών δακτύλων, το single-limb heel-rise, ο πρηνισμός του οπίσθιου πόδα, η ρίκνωση του αχίλλειου τένοντα, το ROM της υπαστραγαλικής και ΠΔΚ άρθρωσης, ο υπτιασμός του πρόσθιου πόδα. Κατά τον ακτινολογικό έλεγχο υπό φόρτιση αξιολογήθηκαν η πρόσκρουση της πτέρνας στο έξω σφυρό, οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπαστραγαλικής ή/και ΠΔΚ άρθρωσης, το υπεξάρθρημα αστραγαλοσκαφοειδούς.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Το μέσο AOFAS score βελτιώθηκε από 48.5 προεγχειρητικά σε 89 ΜΤΧ στο 6μηνο και το VAS από 8.4 (6-9) σε 2.2 (1-4) αντίστοιχα στην ομάδα σταδίου ΙΙ. Επίσης, στην ομάδα σταδίου ΙΙΙ και IV, το μέσο AOFAS score βελτιώθηκε από 43.5 προεγχειρητικά σε 87 ΜΤΧ στο 6μηνο και το VAS από 8.8 (7-9) σε 2.5 (1-4) αντίστοιχα. 13 ασθενείς είχαν πολύ καλά με εξαίρετα αποτελέσματα ως προς πόνο και λειτουργικότητα, ενώ φτωχά αποτελέσματα δεν είχαμε. Πώρωση της οστεοτομίας επιτεύχθηκε σε όλες τις περιπτώσεις σε 6-8 εβδομάδες και της αρθρόδεσης σε 8-12. Σε 3 περιπτώσεις είχαμε καθυστερημένη σύγκλιση τραύματος. Σε 1 περίπτωση σταδίου ΙΙ, παρουσιάστηκε υποτροπή μετά τραυματισμό 3 1/2 έτη ΜΤΧ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η αντιμετώπιση της επίκτητης βλαισοπλατυποδίας με τενοντομεταφορά του μακρού καμπτήρα δακτύλων και οστεοτομία της πτέρνας σε ανεπάρκειας του ΟΚΤ σταδίου ΙΙ και με τριπλή ή τετραπλή αρθρόδεση σε σταδίου ΙΙΙ και IV, δίνει πολύ καλά αποτελέσματα, ανακουφίζει τον ασθενή και διορθώνει τον άξονα και την ποδική καμάρα, με ελάχιστες επιπλοκές.

 

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2012

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΠΤΕΡΝΑΣ: ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ
Δ.Δ. Νικολόπουλος, Γ. Βλατής και συν.
Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας
ΣΚΟΠΟΣ: Στην παρούσα μελέτη αναλύουμε τις ενδείξεις  χειρουργικής αντιμετώπισης των καταγμάτων της πτέρνας και παρουσιάζουμε την εμπειρία μας από την αντιμετώπιση παρεκτοπισμένων ενδαρθρικών καταγμάτων με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση.
ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Από τα 73 κατάγματα πτέρνας που προσήλθαν στο Τμήμα Επειγόντων του Νοσοκομείου μας την περίοδο 2005-2011, 46 ήταν παρεκτοπισμένα ενδαρθρικά (Sanders III και IV) και αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με έξω προσπέλαση L και πλάκες τιτανίου χαμηλού προφίλ, ενώ τα υπόλοιπα (εξωαρθρικά) αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά. Αλλογενή δομικά μοσχεύματα χρησιμοποιήθηκαν σε 22 περιπτώσεις. Οι ασθενείς χειρουργήθηκαν κατά μέσο όρο σε 5,6 ημέρες από την εισαγωγή (εύρος: 1-11). Ο προ-εγχειρητικός έλεγχος περιελάμβανε προσθοπίσθιες, πλάγιες, λοξές και αξονικές ακτινογραφίες της πτέρνας, σε συνδυασμό με αξονική τομογραφία. Για την κλινική εκτίμηση χρησιμοποιήθηκε η βαθμολόγηση κατά AOFAS. Ο μέσος όρος παρακολούθησης των ασθενών είναι 20,5 μήνες (εύρος: 12-38). 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Πλήρης αποκατάσταση του ύψους, πλάτους και μήκους της πτέρνας επιτεύχθηκε σε 30 περιπτώσεις (γωνίες Bohler και Gissane). Ανατομική αποκατάσταση της άρθρωσης επιτεύχθηκε στο 86% των καταγμάτων. Το μετεγχειρητικό AOFAS score κυμάνθηκε από 74 έως 93 (μ.ο. 85,2). Υπήρξαν 3 περιπτώσεις επιπολής μετεγχειρητικής λοίμωξης που αντιμετωπίστηκε με αντιβιοτική αγωγή βάσει καλλιεργειών. Επίσης, είχαμε 2 περιπτώσεις καθυστερημένης επούλωσης του χειρουργικού τραύματος λόγω μετεγχειρητικού αιματώματος. Σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξε πώρωση του κατάγματος στις 12-14 εβδομάδες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης έχουν τα παρεκτοπισμένα ενδαρθρικά κατάγματα στην πτέρνα. Η ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεσή τους με τη χρήση πλακών τιτανίου χαμηλού προφίλ οδηγεί σε καλό κλινικό αποτέλεσμα, που επιτυγχάνεται με την αποκατάσταση του ύψους, πλάτους και μήκους του οπισθίου ποδός και κυρίως με την αποκατάσταση της αρθρικής επιφάνειας της οπίσθιας υπαστραγαλικής άρθρωσης.

 

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2012

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΑΣΤΡΑΓΑΛΟΥ
Δ.Δ. Νικολόπουλος, Γ. Βλατής και συν.
Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας
ΣΚΟΠΟΣ: Η παρουσίαση της εμπειρίας μας από τη χειρουργική αντιμετώπιση των καταγμάτων αστραγάλου με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση.
ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Την περίοδο 2006-2011, εισήχθησαν στην Κλινική μας 18 ασθενείς (13 άντρες – 5 γυναίκες), μέσης ηλικίας 29,2 ετών (εύρος:16-45) με κάταγμα αστραγάλου. Επτά ασθενείς αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά (απαρεκτόπιστα κατάγματα), ενώ 11 ασθενείς υποβλήθηκαν σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση (1 ή 2 επιμήκεις ραχιαίες προσπελάσεις). Η κάκωση ήταν συνέπεια σύνθλιψης από εργατικό ατύχημα σε 4 ασθενείς, τροχαίο ατύχημα σε 9 και πτώση από ύψος σε 5. Οι ασθενείς αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 5,5 ημερών κατά μέσο όρο από την εισαγωγή (εύρος: 1-10). Ο προ-εγχειρητικός έλεγχος περιελάμβανε προσθοπίσθιες, πλάγιες, και λοξές ακτινογραφίες της ποδοκνημικής άρθρωσης, όπως και τη λήψη Canale του αστραγάλου, σε συνδυασμό με αξονική τομογραφία (όπου κρίθηκε απαραίτητο). Για την κλινική εκτίμηση χρησιμοποιήθηκε η βαθμολόγηση κατά AOFAS. Ο μέσος όρος παρακολούθησης των ασθενών είναι 18,5 μήνες (εύρος: 12-26). 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο μέσος χρόνος πώρωσης των καταγμάτων ήταν 11 εβδομάδες (εύρος: 10-12). Το μετεγχειρητικό AOFAS score κυμάνθηκε από 75 έως 94 (μ.ο. 87,2) στο 6μηνο. Εξαιρετικά με πολύ καλά αποτελέσματα είχαμε σε 13 ασθενείς, μέτρια σε 4 και φτωχά σε 1 βάση του  AOFAS score. Υπήρξαν 2 περιπτώσεις καθυστερημένης πώρωσης, 2 περιπτώσεις μετατραυματικής αρθρίτιδας και 1 οστεονέκρωση αστραγάλου. Προβλήματα από τα μαλακά μόρια λόγω του μηχανισμού κάκωσης υπήρξαν σε 3 ασθενείς, με καλή τελική έκβαση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ανοικτή ανατομική ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων αστραγάλου, ιδίως του αυχένα με προσπάθεια διάσωσης της αιμάτωσης του αστραγάλου, αποτελεί το “gold standard” στην αντιμετώπιση των δύσκολων καταγμάτων-εξαρθρημάτων του αστραγάλου.

 

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2012

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ-ΕΞΑΡΘΡΗΜΑΤΩΝ LISFRANC
Δ.Δ. Νικολόπουλος, Γ. Βλατής, και συν.
Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας
ΣΚΟΠΟΣ: Η παρουσίαση της εμπειρίας μας από τη χειρουργική αντιμετώπιση των σπάνιων καταγμάτων-εξαρθρημάτων της ταρσομετατάρσιας άρθρωσης (Lisfranc) με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση.
ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Την περίοδο 2005-2011, εισήχθησαν στην Κλινική μας 13 ασθενείς (12 άντρες – 1 γυναίκα), μέσης ηλικίας 27,4 ετών (εύρος:16-39) με κάταγμα – εξάρθρημα Lisfranc. Η κάκωση ήταν συνέπεια σύνθλιψης από εργατικό ατύχημα σε 6 ασθενείς, τροχαίο ατύχημα σε 5 και πτώση από ύψος σε 2. Οι ασθενείς αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά με ανοικτή ανάταξη (1 ή 2 επιμήκεις ραχιαίες προσπελάσεις) και εσωτερική οστεοσύνθεση (Κ-wires, κοχλίες) μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 6,2 ημερών κατά μέσο όρο από την εισαγωγή (εύρος: 1-14). Τα κατάγματα – εξαρθρήματα ταξινομήθηκαν κατά Myerson. Ο προ-εγχειρητικός έλεγχος περιελάμβανε προσθοπίσθιες, πλάγιες, και λοξές ακτινογραφίες του άκρου πόδα, σε συνδυασμό με αξονική τομογραφία (όπου κρίθηκε απαραίτητο). Για την κλινική εκτίμηση χρησιμοποιήθηκε η βαθμολόγηση κατά AOFAS. Ο μέσος όρος παρακολούθησης των ασθενών είναι 18 μήνες (εύρος: 12-24). 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο μέσος χρόνος πώρωσης των καταγμάτων ήταν 10,5 εβδομάδες (εύρος: 9-14). Καμία υποτροπή κατάγματος - εξαρθρήματος Lisfranc δεν παρατηρήθηκε. Το μετεγχειρητικό AOFAS score κυμάνθηκε από 68 έως 91 (μ.ο. 83,4). Εξαιρετικά με πολύ καλά αποτελέσματα είχαμε σε 10 ασθενείς, μέτρια σε 2 και φτωχά σε 1 βάση του  AOFAS score. Υπήρξαν 2 περιπτώσεις καθυστερημένης επούλωσης του χειρουργικού τραύματος λόγω μετεγχειρητικού αιματώματος και 2 περιπτώσεις επιπολής μετεγχειρητικής λοίμωξης που αντιμετωπίστηκε με αντιβιοτική αγωγή βάσει καλλιεργειών. Μετατραυματική αρθρίτιδα είχαμε σε 3 ασθενείς, χωρίς όμως περαιτέρω χειρουργική αντιμετώπιση.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ανοικτή ανατομική ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση των δύσκολων και σπάνιων καταγμάτων-εξαρθρημάτων της ταρσομετατάρσιας άρθρωσης είναι μείζονος σημασίας προκειμένου να επιτύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα αποκαθιστώντας την σταθερότητα της άρθρωσης του Lisfranc.

EFORT 2011 Copenhagen

Hamstring strength recovery after harvesting for Anterior Cruciate Ligament Reconstruction

Nikolopoulos DD, Rossas C, Damoulianos A, Michos I, et al.

Purpose: To evaluate hamstring strength recovery one year after harvesting for anterior cruciate ligament (ACL) reconstruction.

Materials & Methods: Twenty-two patients (17 male, 5 female), of mean age 25.4 years old (range, 17-37) who underwent ACL reconstruction with autologous hamstring graft (semitendinosus and gracilis), from January 2007 to June 2010, were evaluated for persistent strength deficit in deep knee flexion after a minimum period of one year. Twelve patients underwent a 4-stranded single-bundle ACL reconstruction (group A) and the remaining ten underwent an anatomic, 2-stranded double-bundle reconstruction. All the individuals had returned to regular sporting activity one year after ACL reconstructive surgery. Isokinetic hamstring and quadriceps strength (at 60°/s and 120°/s with the peak torque and torque produced at 60°, 90°, and 105° of knee flexion recorded) and isometric hamstring and quadriceps strength (at 30°, 90°, and 105° of knee flexion) were measured with Con-Trex kinetics machine, evaluating the functional hamstring strength recovery. To evaluate the construct validity, the muscles strength was compared to the performance of the healthy leg that represented normal ability. The side-to-side laxity was also measured using the KT-1000.

Results: According to the isokinetic and isometric strength measures for hamstrings, 45.4% (10/22) of individuals showed 98-100% strength recovery, one year post-operatively. 27.3% (6/22) presented 90-97%, and the remaining 27.3% (6/22) showed 80-89% hamstring strength recovery respectively. According to the isometric strength measures for quadriceps, 27.3% (6/22) showed 98-100% strength recovery, 27.3% (6/22) presented 90-97%, and the remaining 45.4% (10/22) showed 80-89% quadriceps strength recovery respectively, one year post-operatively. The isokinetic strength measures for quadriceps showed 59% (13/22) 98-100% strength recovery and 41% (9/22) 80-89% quadriceps strength recovery. The anterior laxity (SSD) was not significantly different between group A (mean, 0.9) and group B (mean, 0.5), according to KT-1000 measurements (p<0.01).

Conclusion: After ACL reconstruction with autologous hamstring tendons, the hamstring strength deficits persist, one year after the operation, in 27.3% compared with the non-operated limb, despite successful completion of rehabilitation.

EFORT 2011 Copenhagen

Total Knee Arthroplasty in Grades II and III Valgus Knees: Which is the optimal Approach; lateral parapatellar combined with tibial tuberosity osteotomy or medial capsulotomy?

Nikolopoulos DD, Polyzois I,  Michos I,et al.

Purpose: Primary total knee arthroplasty (TKA) in valgus knees with deformity >10° may prove challenging, since bone and soft tissue deformities make accurate axis restoration, component orientation and joint stability attainment a difficult task. Our aim was to determine which approach is optimal in these patients.

Materials & Methods: Forty-four valgus knees were dealt with resurfacing TKA and followed-up for a mean period of 10.5 years. We randomly performed lateral parapatellar arthrotomy combined with tibial tubercle osteotomy (TTO) in 22 patients (Group A); and a standard medial parapatellar capsulotomy in the remaining 22 (Group B). The International Knee Society System (IKSS) score was used for clinical evaluation. Radiological examination was performed yearly postoperatively using long films for anatomical axis assessment.

Results: There was significant improvement in both groups between the pre- and post-operative IKSS score. Nevertheless, the post-operative IKSS showed no statistical difference between Group A and B (p<0.05). In the alignment parameter, residual valgus deviation existed in 9% of Group A, and in 31.8% of Group B. No late-onset instability was displayed.

Conclusion: Our findings suggest that lateral approach combined with TTO may prove highly beneficial in these valgus deformities. Anatomical axis is accurately restored much easier using the lateral approach, which facilitates the release of the lateral contracted structures.   

EFORT 2011 Copenhagen

Percutaneous kyphoplasty versus conservative treatment in acute osteoporotic vertebral compression fractures: a randomized trial.    

Nikolopoulos DD, Sergides N, Safos G, et al.

Orthopaedic Department, Central Clinic of Athens

BACKGROUND: As life expectancy in the population rises, osteoporotic fractures are seen most frequently in the vertebral column. Percutaneous kyphoplasty is increasingly used for pain reduction and stabilization in these patients, but the efficacy, cost-effectiveness, and safety of the procedure remain uncertain.

OBJECTIVE: To clarify whether kyphoplasty has additional value compared with optimum pain treatment in patients with acute vertebral fractures.

MATERIALS & METHODS: From January 2004 to June 2009, 122 patients (31 males and 91 females), from 56 to 85 years old (mean age 68.5) were treated for 165 osteoporotic vertebral fractures of the thoracic or lumbar spine (minimum 15% height loss; level of fracture at Th5 or lower; bone oedema on MRI), with back pain for 6 weeks or less, and a visual analogue scale (VAS) score of 5 or more. Twelve patients (15 fractures) were lost at follow-up period and excluded. Patients were randomly allocated to percutaneous kyphoplasty (75 patients) or conservative treatment by computer-generated randomization codes. All fractures were analyzed for improvement in sagittal alignment (Cobb angle, kyphotic angle, sagittal index, vertebral height); and pain relief at 1, 6, 12, 24 months, as measured by VAS score.

RESULTS: Percutaneous kyphoplasty resulted in direct and greater pain relief than did conservative treatment; difference in mean VAS score between baseline and 1 month was -6.5 after kyphoplasty and -2.4 after conservative treatment, and between baseline and 1 year was -7.2 after kyphoplasty and -3.8 after conservative treatment. No serious complications or adverse events were reported. Apart from the pain, the patient’s ability to ambulate independently and without difficulty, and the need for medications improved significantly (P < 0.001) after kyphoplasty. Vertebral height significantly increased at all postoperative intervals, with ≥10% height increases in 88% of fractures, in kyphoplasty group at 2 years. There were no severe kyphoplasty-related complications, such as neurological defects, cement leakage or narrowing of the spinal canal whereas additional fractures occurred at the adjacent vertebrae at a rate of 10%. 35% of patients treated conservatively, had limitations in everyday activities the first 6 months, whereas additional fractures occurred at the adjacent vertebrae at a rate of 14%.

CONCLUSION: In patients with acute osteoporotic vertebral compression fractures and persistent pain, balloon kyphoplasty is effective and safe. Pain relief after kyphoplasty is immediate, is sustained for at least 2 years, and is significantly greater than that achieved with conservative treatment, at an acceptable cost.   

EFORT 2011 Copenhagen

Percutaneous Balloon Kyphoplasty and Vertebroplasty for osteoporotic vertebral compression fractures: a systematic review of efficacy and safety.    

Nikolopoulos DD, Sergides N, Safos G, et al.

Orthopaedic Department, Central Clinic of Athens

BACKGROUND: Osteoporosis with subsequent osteoporotic vertebral compression fractures is an increasingly important disease due not only to its significant economic impact but also to the increasing age of our population. Pain reduction and stabilization are of primary importance with osteoporotic vertebral compression fractures.

OBJECTIVE: To compare the efficacy and safety of balloon kyphoplasty and vertebroplasty for the treatment of vertebral compression fractures.

MATERIALS & METHODS: From January 2004 to December 2009, 142 patients (32 males and 110 females), from 54 to 84 years old (mean age 67.4) were treated for 185 osteoporotic vertebral fractures of the thoracic or lumbar spine (level of fracture at Th5 or lower), with back pain for more than 8 weeks, and a visual analogue scale (VAS) score of 5 or more. Twenty-two patients (29 fractures) were lost at follow-up period and excluded. Patients were randomly allocated to percutaneous kyphoplasty (64%) or vertebroplasty (36%). All fractures were analyzed for improvement in sagittal alignment (Cobb angle, kyphotic angle, sagittal index, vertebral height).The patients were evaluated using the visual analog scale (VAS) and the Oswestry Disability Score. Radiographs were performed postoperatively, and at 1, 3, 6, and 12 months.

RESULTS: The score according to pain, the patient’s ability to ambulate independently and without difficulty, and the need for medications improved significantly (P < 0.001) after kyphoplasty or vertebroplasty. No significant difference could be found between both groups for the mean VAS and ODI preoperative and postoperative. Vertebral body height and kyphotic wedge angle of the T-L spine were also improved (p < 0.001); although kyphosis correction seems to be improved better in kyphoplasty than vertebroplasty. The rate of leakage was 12% for kyphoplasty and 32% for vertebroplasty; nevertheless most of the leakage was clinically asymptomatic and the rate of serious problems remained low (pulmonary embolism 0.01% kyphoplasty vs 0.6% vertebroplasty). New fractures in the next 6 months at the adjacent vertebrae were observed ~ 15% in both groups. More PMMA was used in the kyphoplasty group than in the vertebroplasty group (5.5 +/- 0.8 vs. 4.1 +/- 0.5 mL, p < 0.001). Operation time was longer in balloon kyphoplasty compared to vertebroplasty (mean time 20±5min /vertebral fracture in group B vs 30±5min in group A).

CONCLUSION: Both balloon kyphoplasty and vertebroplasty provided a safe and effective treatment for pain and disability in patients with vertebral compression fractures due to trauma or osteoporosis. Balloon kyphoplasty led to an ongoing reduction of fractured vertebrae and was followed by a lower rate of cement leakage. 

Percutaneous Balloon Kyphoplasty and Vertebroplasty for osteoporotic vertebral EFORT 2011 final.pdf (7,3 MB)

ΕΕΧΟΤ Συνέδριο 2011

ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ

Νικολόπουλος Δ, Σεργίδης Ν, Σαφός Γ και συν.

Ορθοπαιδική Κλινική, Κεντρική Κλινική Αθηνών

Σκοπός: Η παρουσίαση της νοσηρότητας και θνητότητας στα οστεοπορωτικά κατάγματα της θωρακο-οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (Θ-ΟΜΣΣ), σε ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά ή χειρουργικά με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική.

Υλικό & Μέθοδος: Την περίοδο Ιανουάριο 2006 με Ιανουάριο 2010, 93 ασθενείς (31 άντρες, 62 γυναίκες) μέσης ηλικίας 74.8 έτη (εύρος 66-84), αντιμετωπίσθηκαν για 154 οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική (85/69) (Ομάδα Α), ενώ 46 ασθενείς (11 άντρες, 35 γυναίκες) μέσης ηλικίας 73.2 έτη (εύρος 64-86), αντιμετωπίσθηκαν για 54 οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ συντηρητικά (κατάκλιση, αναλγητικά, νάρθηκες-ζώνες) (Ομάδα Β). Οι ασθενείς αυτοί αξιολογήθηκαν αναδρομικά, βάση των Modified Oswestry Low Back Pain Score, Visual Analogue Scale (VAS), επιπλοκών, ημερών νοσηλείας – χρόνου αποθεραπείας και θνητότητας. Οι δύο ομάδες ασθενών δεν διέφεραν ως προς την ηλικία, το φύλο, τον αριθμό καταγμάτων και τις συνοδές χρόνιες παθήσεις.

Αποτελέσματα: Στο μέσο χρόνο παρακολούθησης των ασθενών, τα 2 έτη (εύρος 1-3), οι ασθενείς της ομάδας Α εμφάνισαν άμεσα ΜΤΧ πτώση του VAS και του Modified Oswestry Score σε στατιστικά σημαντικό βαθμό (p<0.001), ενώ της ομάδας Β μετά τις 6-8 εβδομάδες και σε μικρότερο βαθμό. Στην ομάδα Α, είχαμε βελτίωση των κυφωτικών παραμορφώσεων σε ποσοστό 55%, ενώ στην ομάδα Β επιδείνωση στο 27%. Μεγαλύτερο ποσοστό νοσηρότητας (λοιμώξεων αναπνευστικού και ουροποιητικού, κατακλίσεων, δυσκαμψίας) εμφάνισε η ομάδα Β έναντι της Α (34% έναντι 7% αντίστοιχα). Ο μέσος χρόνος νοσηλείας της ομάδας Α ήταν 1.4 ημέρες (εύρος 1-3) με άμεση κινητοποίηση των ασθενών από την 1η ΜΤΧ ημέρα, ενώ στην Ομάδα Β ο μέσος χρόνος νοσηλείας ήταν 5.8 ημέρες (εύρος 4-10) με κινητοποίηση των ασθενών από τη 2η-3η εβδομάδα με κηδεμόνα-ζώνη ΣΣ. Η θνητότητα στην ομάδα Α ήταν 5% στο 1ο έτος, έναντι 9% στην ομάδα Β. (Στατιστική Ανάλυση: Kaplan-Meier method, Cox regression)

Συμπεράσματα: Η αντιμετώπιση των ασθενών με οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική προσφέρει καλύτερη ποιότητα ως προς τον πόνο και ταχύτερη λειτουργική επιστροφή των ασθενών, με μειωμένη νοσηρότητα και θνητότητα έναντι της συντηρητικής αντιμετώπισης.

 

ΕΕΧΟΤ Συνέδριο 2011

ΠΟΣΟ ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΜΕΘΗ ΣΤΗΝ ΚΥΦΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ

Νικολόπουλος Δ, Σεργίδης Ν, Σαφός Γ και συν.

Ορθοπαιδική Κλινική, Κεντρική Κλινική Αθηνών

Σκοπός: Η παρουσίαση της εμπειρίας μας από τη χρήση τοπικής αναισθησίας σε συνδυασμό με μέθη (IV) έναντι της κλασσικής γενικής αναισθησίας, σε επεμβάσεις κυφοπλαστικής ή σπονδυλοπλαστικής για την αντιμετώπιση οστεοπορωτικών καταγμάτων της θωρακο-οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (Θ-ΟΜΣΣ).

Υλικό & Μέθοδος: Την περίοδο 2007 - 2011, 88 ασθενείς (23 άντρες, 65 γυναίκες) μέσης ηλικίας 73.5 έτη (εύρος 67-82), αντιμετωπίσθηκαν για 121 οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική (78/43). Σε όλους τους ασθενείς χρησιμοποιήθηκε τοπικό αναισθητικό (ξυλοκαΐνη 2%) σε αραίωση ενώ σε 67 ασθενείς και μέθη ενδοφλέβια (πχ. μιδαζολάμη). Ο αναισθησιολογικός κίνδυνος εκτιμήθηκε σε κάθε περίπτωση χωριστά βάση των ASA κριτηρίων. Οι ασθενείς αξιολογήθηκαν, βάση της Visual Analogue Scale (VAS) προεγχειρητικά, διεγχειρητικά και άμεσα μετεγχειρητικά, όπως και του Modified Oswestry Low Back Pain Score (προ- και μετεγχειρητικά).

Αποτελέσματα: 67 ασθενείς (76%) είχαν αυξημένο διεγχειρητικό κίνδυνο για γενική αναισθησία (ASA score ≥3). Η μέση ποσότητα μιδαζολάμης όταν χρησιμοποιήθηκε ήταν 12.5 ± 4.5 mg. Καμία επιπλοκή σχετιζόμενη με τη μέθη και την τοπική αναισθησία δεν υπήρξε. Ο περιεγχειρητικός πόνος ελέγθηκε άριστα ή πολύ καλά στο 92% των ασθενών (VAS=0-2) και μέτρια στο 8% (VAS=3-5). Όλοι οι ασθενείς δήλωσαν ΜΤΧ ότι θα υποβάλλονταν πάλι στην επέμβαση αυτή με τοπική αναισθησία και/ή μέθη (IV) αν χρειαζόταν. Στο μέσο χρόνο παρακολούθησης των ασθενών, τα 2 έτη (εύρος 1-3), οι ασθενείς εμφάνισαν άμεσα ΜΤΧ πτώση του VAS και του Modified Oswestry Score σε στατιστικά σημαντικό βαθμό (p<0.001). Ο μέσος χρόνος νοσηλείας ήταν 1.2 ημέρες (εύρος 1-3) με άμεση κινητοποίηση των ασθενών από την 1η ΜΤΧ ημέρα.

Συμπεράσματα: Η χρήση τοπικής αναισθησίας σε συνδυασμό με μέθη (IV) για την αντιμετώπιση των ασθενών με οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική είναι ασφαλής και αποτελεσματική, ειδικά στις περιπτώσεις ασθενών υψηλού κινδύνου όπου η γενική αναισθησία ενέχει κινδύνους.

ΕΕΧΟΤ Συνέδριο 2011
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΙΣΧΙΟΚΝΗΜΙΑΙΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΩΣ ΜΟΣΧΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΧΙΑΣΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ
Ρώσσας Χ.1, Νικολόπουλος Δ.1, Δαμουλιάνος Α.2, Μίχος Ι.1 και συν.
1Δ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείου Βούλας
2Ιατρείο Φυσικής Αποκατάστασης, Γ.Ν. Ασκληπιείου Βούλας

Σκοπός: Να εκτιμηθεί η αποκατάσταση της ισχύος των ισχιοκνημιαίων ένα έτος μετά τη χρήση τους ως μόσχευμα στην ανακατασκευή του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου (ΠΧΣ).
Υλικό & Μέθοδος: Τριάντα-δύο ασθενείς (24 άντρες, 8 γυναίκες), μέσης ηλικίας 24 ετών (±6,4έτη) που υποβλήθηκαν σε ανακατασκευή του ΠΧΣ με αυτόλογο μόσχευμα ισχιοκνημιαίων (ημιτενοντώδη και ισχνό) την τελευταία 4ετία, εκτιμήθηκαν ως προς το έλλειμμα ισχύος των ισχιοκνημιαίων, τουλάχιστον 1 έτος μετά το χειρουργείο. 18 ασθενείς υποβλήθηκαν σε αποκατάσταση με 4-πλο μόσχευμα μονής δέσμης (ομάδα Α), ενώ οι λοιποί 14 με διπλής δέσμης (ομάδα Β). Όλοι επέστρεψαν σε φυσιολογικό επίπεδο αθλητικών δραστηριοτήτων ένα έτος μετεγχειρητικά. Η Μέγιστη Ροπή Στρέψης (Peak Torque) της έκτασης και της κάμψης του χειρουργημένου γόνατος μετρήθηκε ισοκινητικά με γωνιακές ταχύτητες 60°/s και 120°/s στο ισοκινητικό δυναμόμετρο Con-Trex MJ System (CMV AG, Switzerland). Οι τιμές συγκρίθηκαν με τα αποτελέσματα της ισχύος του υγιούς σκέλους. Επίσης, με το ΚΤ-1000 μετρήθηκε η προσθιοπίσθια χαλάρωση του χειρουργημένου σκέλους σε σχέση με το υγιές (SSD).
Αποτελέσματα: Σύμφωνα με τις ισοκινητικές μετρήσεις της ισχύος των ισχιοκνημιαίων, το 47% των ασθενών (15/32) παρουσίαζαν ισχύ σε ποσοστό 98-100% της ισχύος του υγιούς σκέλους, το 28% (9/32) κατά 90-97% και το υπόλοιπο 25% (8/32) κατά 80-89% της ισχύος του υγιούς σκέλους. Οι μετρήσεις της πρόσθιας χαλάρωσης (SSD) δεν παρουσίασαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της ομάδας Α (μ.ο. 0,9) και Β (μ.ο. 0,5) (p<0.01).
Συμπέρασμα: Μετά την ανακατασκευή του ΠΧΣ με αυτόλογο μόσχευμα ισχιοκνημιαίων τενόντων, ένα χρόνο μετεγχειρητικά παραμένει έλλειμμα ισχύος των ισχιοκνημιαίων στο 25%, των ασθενών, παρά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος αποκατάστασης.

ΕΕΧΟΤ Συνέδριο 2011

ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΚΑΤΩ ΠΕΡΑΤΟΣ ΜΗΡΙΑΙΟΥ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ
Νικολόπουλος Δ, Σεργίδης Ν, Σαφός Γ και συν.
Ορθοπαιδική Κλινική, Κεντρική Κλινική Αθηνών
Σκοπός: Τα κατάγματα του ισχίου σε ηλικιωμένους ασθενείς (>65 ετών) σχετίζονται με υψηλό ποσοστό νοσηρότητας και θνητότητας το 1ο μετεγχειρητικό (ΜΤΧ) χρόνο, χωρίς να έχει μελετηθεί όμως κατά πόσο ισχύει κάτι αντίστοιχο και για τα υπόλοιπα κατάγματα των κάτω άκρων. Σκοπός μας είναι η μελέτη της θνητότητας και νοσηρότητας σε ηλικιωμένους ασθενείς μετά χειρουργική αντιμετώπιση καταγμάτων κάτω πέρατος μηριαίου το 1ο ΜΤΧ έτος.
Υλικό & Μέθοδος: Την περίοδο Ιανουάριος 2004 με Ιανουάριο 2010, 74 ασθενείς (33 άντρες, 41 γυναίκες) μέσης ηλικίας 79.5 έτη (εύρος 65-89), αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά για κατάγματα κάτω πέρατος μηριαίου. Τα στοιχεία των ασθενών [είδος κατάγματος κατά ΑΟ, χειρουργική αντιμετώπιση, κλινικοί και ακτινολογικοί επανέλεγχοι (follow-up 18-36 μηνών), επιπλοκές, θνητότητα] αναλύθηκαν βάση ηλεκτρονικών δεδομένων και των ιατρικών φακέλων.
Αποτελέσματα: Ασθενείς με βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό (καρδιαγγειακές παθήσεις, νεφρική ανεπάρκεια, άνοια, ΣΔ και ιστορικό κακοήθειας), όπως και εκείνοι με περιπροθετικά κατάγματα εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό άμεσων και απώτερων ΜΤΧ επιπλοκών (νοσηρότητα). 42 ασθενείς χρειάστηκαν υποστήριξη από ΜΑΦ ή ΜΕΘ για τα πρώτα 2 ΜΤΧ 24ωρα. Επιπλέον, 13% των ασθενών αυτών καθυστέρησαν ή δεν κατάφεραν να αποδεσμευτούν πλήρως από τη χρήση ορθοτικών μέσων. Όσοι ασθενείς χειρουργήθηκαν εντός 48 ωρών από το κάταγμα είχαν μικρότερο ποσοστό νοσηρότητας και θνητότητας (12% και 1% αντίστοιχα) έναντι εκείνων που χειρουργήθηκαν 72 με 96 ώρες μετά (19% και 4% αντίστοιχα). Ο μέσος χρόνος νοσηλείας ήταν 11.2 ημέρες (εύρος 6-22).
Συμπεράσματα: Τα κατάγματα κάτω πέρατος μηριαίου σε ασθενείς >65 ετών εμφανίζουν υψηλή νοσηρότητα και θνητότητα, όπως και τα κατάγματα ισχίου. Η άμεση χειρουργική αντιμετώπιση σε συνδυασμό με υποστήριξη των ασθενών από ΜΑΦ ή ΜΕΘ και άμεση κινητοποίηση μειώνει τα ποσοστά αυτά. 

 

International Kuntscher Society Congress 2011

Retrograde intramedullary nailing vs. Plating in treatment of extrarticular distal femoral fractures: a comparative study

Nikolopoulos D, Karatzas G, Aggelidis C, Michos I, et al.

4th Orthopaedic Department, Asklepeion Voulas General Hospital, Athens, Greece

 

Aim: The presentation of our experience in treating extrarticular fractures of distal femur, by using either retrograde intramedullary nail (rIN) or plate (comparative study).

Material & Methods: Between 01/2005 – 01/2010, 27 patients (10 male –17 female), aged 64-91 years old (average 78.6 years), with extrarticular fractures of distal femur, were treated with either retrograde intramedullary nail (group A: 12pts) or plate (group B: 15pts). No difference in sex and age between the groups. Patients treated by the same surgical team and followed up clinically (VAS, SF-36) and radiologically for 10-26 months (average 16.4 months).

Results: Reduction was achieved in the vast majority of fractures in both groups. Union was established within 14 weeks in 86% of group A and in 83% of group B. SF-36 and VAS score were higher (not statistically significant) in group A than in group B. Average knee ROM was 110° in group A and 100° in group B. (not statistically significant). Two patients in group A complained for anterior knee pain while two patients in group B appeared to have wound’s irritation. No infection, no DVT were noticed. Difficulty in restoring knee-ROM post-op was observed.

Conclusions: Both retrograde intramedullary nail and internal fixation with plate are reliable methods for treating extrarticular fractures of distal femur, knowing that each method has prons and cons. Severity of fracture together with orthopedic surgeon’s experience are critical for the outcome.

International Kuntscher Society Congress 2011
Long gamma nail with distal targeting system in the treatment of subtrochanteric fractures.
Nikolopoulos D, Michos I, et al.
D Orthopaedic Department, Asklepeion Voulas General Hospital

Aim: The standard gamma nail is commonly used for the treatment of trochanteric fractures but cannot be used if the fracture lies at the level of the distal locking. The Long Gamma nail succeeded to overcome this inconvenience and could be used for all cases of subtrochanteric and trochanteric-shaft fractures; whereas the distal targeting system (DTS) minimizes the problems with the distal screws.
Materials & Methods: Over a period of 1 ½ years, 12 patients (5 male, 7 female) of mean age 69,4 years old (range, 54-82) with subtrochanteric fractures, were treated with the Long Gamma nail with Distal Targeting system (LGNDTS). In order to evaluate the clinical and radiological outcomes, we reviewed the clinical and radiographic charts of these patients followed for a mean time of 10 months (range, 6-36 months).
Results: Neither intra- or perioperative complications nor early or late infection were detected. Clinical and radiological union was achieved at a mean of 4.2 months (range 3-7 months). The distal locking screws were easily fixed without any complications. The mean duration of surgery was diminished to 50 min versus 70 min of the free hand technique. None of our patients required revision surgery. Weight-bearing with support was possible early after surgery in all patients who walked with crutches or a walker.
Conclusions: The minimally invasive technique and simple application of the LGNDTS lead to a low percentage of complications in these difficult fractures, after a relatively short learning curve. The DTS minimizes the duration of surgery and decreases the complications with the distal locking screws.
 

International Kuntscher Society Congress 2011
DHS vs. Trochanteric nail in treatment of intratrochanteric fractures of the hip

Nikolopoulos D, Karatzas G, Aggelidis C, Michos I, et al.

4th Orthopaedic Department, Asklepeion Voulas General Hospital, Athens, Greece

Aim: Registration of treatment of intratrochanteric fractures of the hip with either DHS or G3-nail and underlying the potential differences in the outcomes between these methods.
Material & Methods: One hundred (100) patients who were treated for intratrochanteric fractures of their hip were divided in two groups based on the type of treatment they received for these fractures. Half of them were treated with DHS and the others with trochanteric nail. No difference between the two groups in sex, age, type of intratrochanteric fracture, time of operation and duration of follow-up. In evaluation of the above methods we registered and compared reduction and union achieved, postoperative mobilization, duration of operation, amount of blood loss and radiation, number and type of complications.
Results:  For stable intratrochanteric fractures, no difference between the groups in outcomes of methods (both very good/excellent), in reduction and union of fractures,  postoperative mobilization, number/type of 'complications',  but difference (no statistically significant) in duration of operation and amount of blood loss and radiation. For unstable intratrochanteric fractures, no difference between the groups in union rate, time of mobilization postoperatively, but difference (G3-nail > DHS) in duration of operation, amount of blood loss and radiation, postoperative mobilization and number/type of 'complications'. 
Conclusions: Both methods have very good/excellent results in treatment of stable intratrochanteric hip’s fractures and are both reliable option for these injuries, despite any difference in some parameters, but G3-nail seems to be superior to DHS in treating unstable intratrochanteric hip’s fractures.

ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΕΧΟΤ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΠΕΛΟΠΟΝΗΣΣΟΥ, ΤΡΙΠΟΛΗ 2010

ΑΡΘΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΘΙΩΝ ΕΞΑΡΘΡΗΜΑΤΩΝ  ΩΜΟΥ

Δ. Νικολόπουλος, Ν. Σεργίδης, Γ. Παπαγιαννόπουλος και συν.
Ορθοπαιδικό Τμήμα, Τμήμα Αθλητικών Κακώσεων, Κεντρική Κλινική Αθηνών.

Σκοπός: Να παρουσιάσουμε τα κλινικά αποτελέσματα της αρθροσκοπικής αποκατάστασης  των πρόσθιων εξαρθρημάτων ώμου.
Υλικό και Μέθοδος: Από τον Ιανουάριο του 2007 έως τον Ιανουάριο του 2009, 24 ασθενείς (21 άντρες και 3 γυναίκες) μέσης ηλικίας 31.5 ετών (από 21 έως 43) με πρόσθιο εξάρθρημα ώμου, υπεβλήθηκαν σε αρθροσκοπική αποκατάσταση ρήξεων επιχειλίου χόνδρου (βλάβη Bankart) και συνοδό βλάβη Hill-Sachs, από την ίδια χειρουργική ομάδα. Σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν άγκυρες με βιο-απορροφήσιμα ράμματα.
Η κλινική διάγνωση επιβεβαιώθηκε προ-εγχειρητικά σε όλες τις περιπτώσεις με MRI. Ο μέσος χρόνος μετεγχειρητικής παρακολούθησης (follow-up) ήταν 12 μήνες (8 με 24 μήνες) και οι ασθενείς εκτιμήθηκαν με βάση το Constant και Rowe score.
Αποτελέσματα: Ο πλήρης χρόνος αποκατάστασης μετά το χειρουργείο ήταν 10 εβδομάδες (8 με 12 εβδομάδες). Με βάση το μετεγχειρητικό Constant και Rowe score, 17 ασθενείς (70.9%) είχαν πολύ καλά αποτελέσματα, 6 (25%) καλά και 1 (4.1%) μέτρια. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς 23/24 επέστρεψαν στο πρότερο επίπεδο κίνησης και εργασίας. Ένας ασθενής εμφάνισε δυσκαμψία και μέτριου βαθμού ευαισθησία, ειδικά στην έξω στροφή και απαγωγή. Δεν παρατηρήθηκαν λοιπές επιπλοκές. Ο μέσος χρόνος νοσηλείας των ασθενών ήταν 1.1 (1-2) ημέρες.
Συμπεράσματα: Η αρθροσκοπική αποκατάσταση των πρόσθιων εξαρθρημάτων ώμου έχει γενικά άριστα αποτελέσματα με βάση τα αντικειμενικά ορθοπαιδικά κλινικά κριτήρια, αλλά και ως προς τα υποκειμενικά, με βάση την ικανοποίηση του ασθενούς ως προς τον πόνο και την λειτουργική αποκατάσταση.

Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο, Αθήνα 2010
Η ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΠΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΛΑΙΣΟΥ ΜΕΓΑ ΔΑΚΤΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ.
Δ Νικολόπουλος, Γ Βλατής και συν.
Δ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ. Ν. Ασκληπιείο Βούλας

ΣΚΟΠΟΣ: Να παρουσιάσουμε τα κλινικά και ακτινολογικά αποτελέσματα από την εμπειρία μας στην ανακατασκευή του προσθίου ποδός. 
ΥΛΙΚΟ -ΜΕΘΟΔΟΣ : Από Ιανουάριο 2005 έως Ιανουάριο 2009, 55 ασθενείς (20 άντρες – 35 γυναίκες) μέσης ηλικίας 61 ετών (47 - 75) με μετρίου έως σοβαρού βαθμού ΒΜΔ και συνοδό μεταταρσαλγία 2ου με 4ου δακτύλου υποβλήθηκαν σε χειρουργική ανακατασκευή του προσθίου ποδός. Έγινε αφαίρεση της εξόστωσης και θυλακοπλαστική, οστεοτομία του 1ου μεταταρσίου (ΜΤΤ) κεντρική ή περιφερική ανάλογα με τον βαθμό της παραμόρφωσης, απελευθέρωση μαλακών μορίων(προσαγωγού, θυλάκου), οστεοτομία τύπου Weil του 2oυ, 3oυ και 4ου ΜΤΤ ενώ σε 15 περιπτώσεις χρειάστηκε και λοξή οστεοτομία του 5ου ΜΤΤ (αυξημένη διαμετατάρσια γωνία μεταξύ 4ου - 5ου ΜΤΤ). Ο πόνος ήταν ο λόγος που οδήγησε στη χειρουργική αντιμετώπιση το σύνολο των ασθενών μας. Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης είναι 22.5 μήνες (9-36 μήνες). Εκτίμηση έγινε με βάση το American Orthopaedic Foot & Ankle score (AOFAS) και ακτινολογικά. Μετεγχειρητικά τοποθετήθηκε ειδικό υπόδημα πρόσθιας αποφόρτισης. Πλήρης φόρτιση επετράπη μετά την πώρωση της οστεοτομίας (τέσσερις με έξι εβδομάδες).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο μέσος όρος διόρθωσης της γωνίας βλαισού μεγάλου δακτύλου και της διαμετατάρσιας γωνίας που επιτεύχθηκε ήταν 18ο και 6ο αντίστοιχα. Το μέσο AOFAS προεγχειρητικά ήταν 32 και στο ένα έτος μετεγχειρητικά 82. 20 ασθενείς είχαν άριστα αποτελέσματα, 24 πολύ καλά, 8 καλά και 3 φτωχά. Μεταταρσαλγία μετεγχειρητικά παρέμεινε σε 2 ασθενείς. Για την διαμετατάρσια γωνία 4ου - 5ου, οι γωνίες διόρθωσης μετεγχειρητικά ήταν από 3 έως 5ο.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ο βλαισός μέγας δάκτυλος συνοδεύεται από παραμορφώσεις και των μικρότερων δακτύλων. Οι συνοδές παραμορφώσεις θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν και να αντιμετωπίζονται κατά την χειρουργική αντιμετώπιση του βλαισού μέγα δάκτυλου. Αυτό επιτυγχάνεται με ένα συνδυασμό οστεοτομιών των μεταταρσίων και επεμβάσεων στα μαλακά μόρια στα πλαίσια της ανακατασκευής του προσθίου ποδός με καλά αποτελέσμα. 
 

EFORT Congress 2010

EARLY RESULTS OF DOUBLE-BUNDLE VERSUS SINGLE-BUNDLE ANTERIOR LIGAMENT RECONSTRUCTION
D.D. Nikolopoulos, J.B. Michos et al.
D Orthopaedic Department, General Hospital Asklipieion Voulas


PURPOSE: To compare the early functional and clinical results, between single (SB) and double-bundle (DB) of Anterior Cruciate Ligament (ACL) reconstruction with hamstrings (HS).
MATERIALS and METHODS: 39 patients from 17 to 36 years old (average age 25), 25 male and 14 female, from January 2006 to December 2008, were randomly allocated for ACL reconstruction with HS (SB – DB). Twenty patients underwent a 4-stranded SB reconstruction (group A) and the remaining nineteen underwent an anatomic, 2-stranded DB ACL reconstruction with 2 tibial and 2 femoral tunnel technique (group B), by using the Smith & Nephew instrumentation system. Follow-up ranged from 8 to 24 months (average 15) for both groups and included clinical evaluation (pivot-shift test, anterior laxity test with KT-1000 arthrometer and Lysholm knee score) and radiographs.
RESULTS: There were no statistically significant difference in the results between the 2 groups with regard to the pivot-shift test and the Lysholm score (SB: mean 91, DB: mean 89) (Mann-Whitney test, T-test). The anterior laxity was not significantly different between group A (mean, 2.1mm) and group B (mean, 0.9mm), according to KT-1000 measurements. Rotational stability, as evaluated by pivot-shift test, was better in group B than in group A, but statistical analysis showed no significant difference. The average operation time was longer in DB (110 min) compared to SB (80 min). There were no infections, though one patient of each group was found to be complicated with fixed flexion and extension lag >5°; and underwent arthroscopic lysis.
CONCLUSIONS: Our study shows no statistically significant advantage of DB versus SB ACL reconstruction, concerning the clinical evaluations and the complications.

efort 2010 db ACL.pdf (2,6 MB)

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2010

shoulder panel iatriko 2010.pdf (5,5 MB)
 

Συνέδριο Σπονδυλικής Στήλης Τμήματος ΕΕΧΟΤ 2010

ΑΚΤΙΝΟΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΣΠΟΝΔΥΛΟΠΛΑΣΤΙΚΗ. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ
Νικολόπουλος Δ,
Σεργίδης Ν, Σαφός Γ, και συν.
Ορθοπαιδική Κλινική, Κεντρική Κλινική Αθηνών

Σκοπός: Τις τελευταίες δεκαετίες, η ακτινοσκόπηση χρησιμοποιείται κατά κόρον στα  ορθοπαιδικά χειρουργεία, ιδίως στις επεμβάσεις της σπονδυλικής στήλης και στα κατάγματα ισχίου. Σκοπός μας είναι η παρουσίαση των παραγόντων εκείνων που μπορεί να επηρεάσουν το βαθμό έκθεσης στην ακτινοβολία του ορθοπαιδικού και του ασθενούς από τη χρήση του C-arm στη σπονδυλοπλαστική των οστεοπορωτικών καταγμάτων της Θωρακο-Οσφυικής μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης (Θ-ΟΜΣΣ).
Υλικό & Μέθοδος: Την περίοδο 2007 - 2011, 88 ασθενείς (23 άντρες, 65 γυναίκες) μέσης ηλικίας 73.5 έτη (εύρος 67-82), αντιμετωπίσθηκαν για 121 οστεοπορωτικά κατάγματα της Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική (78/43), σε ακτινοπερατό τραπέζι, με τη χρήση C-arm. Στους ασθενείς αυτούς καταγράφηκαν το BMI τους, ο αριθμός των σπονδύλων που είχαν υποστεί κάταγμα Θ-ΟΜΣΣ, η καθίζηση αυτών, το είδος χειρουργείου (κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική), η εμπειρία του χειρουργού και του χειριστή του C-arm, η διάρκεια του χειρουργείου, ο αριθμός λήψεων και η χρονική στιγμή του χειρουργείου και μελετήθηκε πώς οι ανωτέρω παράγοντες επηρεάζουν το βαθμό έκθεσης στην ακτινοβολία.
Αποτελέσματα: Σε ασθενείς με ΒΜΙ>25, με πολλαπλά κατάγματα Θ-ΟΜΣΣ, με μεγάλη καθίζηση του σπονδύλου, ή όπου εφαρμόστηκε τεχνική με μπαλόνι (κυφοπλαστική), ο αριθμός των λήψεων ήταν μεγαλύτερος [16±4 ανά επίπεδο (κυφοπλαστική) έναντι 9±5 ανά επίπεδο (σπονδυλοπλαστική)]. Η μακρόχρονη εμπειρία του χειρουργού και του τεχνολόγου χειριστή του C-arm συνδυάστηκε με λιγότερη ακτινοβολία [λιγότερες λάθος λήψεις (έμπειροι: 0-3 λάθη, άπειροι: 4-11)]. Οι ηλώσεις που έγιναν σε πρωινό πρόγραμμα χειρουργείου (8πμ-13) διήρκησαν λιγότερο και είχαν μικρότερο αριθμό λήψεων, από αυτές που έγιναν ως έκτακτα χειρουργεία (13-3πμ).
Συμπεράσματα: Εκτός από τη λήψη μέτρων ακτινοπροστασίας και την απόσταση της λυχνίας από τον ασθενή και το χειρουργό, συμπεραίνεται ότι πολλοί παράγοντες συμμετέχουν και επηρεάζουν το τελικό βαθμό έκθεσης σε ακτινοβολία στη σπονδυλοπλαστική.

Συνέδριο Σπονδυλικής Στήλης τμήματος ΕΕΧΟΤ 2010

ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΚΟΣΤΟΥΣ / ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΕΝΑΝΤΙ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΩΝ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ
Νικολόπουλος Δ, Σεργίδης Ν, Σαφός Γ, και συν.
Ορθοπαιδική Κλινική, Κεντρική Κλινική Αθηνών


Σκοπός: Η συσχέτιση κόστους / αποτελεσματικότητας με τη νοσηρότητα στη συντηρητική έναντι χειρουργική (κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική) αντιμετώπιση των συμπτωματικών οστεοπορωτικών καταγμάτων της θωρακο-οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (Θ-ΟΜΣΣ).
Υλικό & Μέθοδος: Την περίοδο 2006 - 2010, 93 ασθενείς (31 άντρες, 62 γυναίκες) μέσης ηλικίας 74.8 έτη (66-84), αντιμετωπίσθηκαν για 154 οστεοπορωτικά κατάγματα Θ-ΟΜΣΣ με κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική (85/69) (Ομάδα Α), ενώ 46 ασθενείς (11 άντρες, 35 γυναίκες) μέσης ηλικίας 73.2 έτη (εύρος 64-86), αντιμετωπίσθηκαν για 54 οστεοπορωτικά κατάγματα συντηρητικά (Ομάδα Β). Στους ασθενείς αξιολογήθηκαν αναδρομικά, το Modified Oswestry Low Back Pain Score, Visual Analogue Scale (VAS), επιπλοκές, ημέρες νοσηλείας – χρόνος αποθεραπείας και κόστος χειρουργείου - νοσηλείας. Οι δύο ομάδες ασθενών δεν διέφεραν ως προς τις συνοδές χρόνιες παθήσεις.
Αποτελέσματα: Στα 2 έτη κατά μ.ο. παρακολούθησης (εύρος 1-3), η ομάδα Α εμφάνισε άμεσα ΜΤΧ πτώση του VAS και του Modified Oswestry Score σε στατιστικά σημαντικό βαθμό (p<0.001), ενώ η ομάδα Β μετά τις 6-8 εβδομάδες και σε μικρότερο βαθμό. Στην ομάδα Α, είχαμε 55% βελτίωση των κυφωτικών παραμορφώσεων, ενώ στην ομάδα Β 27% επιδείνωση. Μεγαλύτερο ποσοστό νοσηρότητας (λοιμώξεων, κατακλίσεων, δυσκαμψίας) εμφάνισε η ομάδα Β (34% έναντι 7% αντίστοιχα). Ο μέσος χρόνος νοσηλείας της ομάδας Α ήταν 1.4 ημέρες (1-3) με άμεση κινητοποίηση των ασθενών, ενώ στην Ομάδα Β ήταν 5.8 ημέρες (4-10) με κινητοποίηση των ασθενών από τη 2η-3η εβδομάδα με κηδεμόνα-ζώνη ΣΣ. Στην ομάδα Α το μέσο κόστος (χειρουργείο συν νοσηλεία 1.4 ημερών κατά μ.ο.) υπολογίσθηκε κατά 35.7% (σπονδυλοπλαστική) με 50.5% (κυφοπλαστική) υψηλότερο, έναντι του κόστους νοσηλείας 5.8 ημερών κατά μ.ο. της ομάδα Β.
Συμπεράσματα: Η κυφοπλαστική ή σπονδυλοπλαστική έχει μειωμένη νοσηρότητα, άμεσα βελτιούμενη ποιότητα ως προς τον πόνο και ταχύτερη λειτουργική επιστροφή των ασθενών, αν και υψηλότερο κόστος έναντι της συντηρητικής αντιμετώπισης.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΕΧΟΤ 2009, Κεφαλλονιά

ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΣΥΝΔΕΣΜΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ ΓΟΝΑΤΟΣ – ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΟΠΙΣΘΙΑΣ-ΕΞΩ ΓΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΣ

Νικολόπουλος Δημήτρης, Μίχος Ιωάννης και συν.

Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας

ΣΚΟΠΟΣ: Να παρουσιάσουμε τα κλινικά αποτελέσματα των σύνθετων κακώσεων  του γόνατος (Οπίσθια έξω γωνία και ΟΧΣ).

ΥΛΙΚΟ και ΜΕΘΟΔΟΣ: Την περίοδο Ιανουάριο 2002 - Δεκέμβριο 2007, 15 ασθενείς (12 άνδρες και 3 γυναίκες) ηλικίας 17 με 34 ετών (μ.ο. 24 έτη) αντιμετωπίσθηκαν για ρήξη ΟΧΣ συνδυασμένη με ρήξη Οπίσθιας έξω γωνίας. Η κλινική διάγνωση επιβεβαιώθηκε σε όλες τις περιπτώσεις με μαγνητική τομογραφία.  Η χειρουργική αντιμετώπιση των συνδεσμικών στοιχείων πραγματοποιήθηκε από 3 ημέρες έως 4 εβδομάδες μετά την κάκωση. Σε 5 περιπτώσεις χρειάστηκαν και τενόντια αλλομοσχεύματα για το οπίσθιο έξω σύμπλεγμα. Ο ΟΧΣ αποκαταστάθηκε αρθροσκοπικά, με τετραπλό αυτόλογο μόσχευμα ισχιοκνημιαίων τενόντων, σε πρώτο χρόνο σε 9 περιπτώσεις και σε δεύτερο χρόνο (6 με 8 εβδομάδες) σε 6 περιπτώσεις. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Χρόνος παρακολούθησης: 12 έως 60 μήνες (μ.ο. 32,4 μήνες). Παρατηρήθηκε έξω αστάθεια 5-10° σε σύγκριση με την υγιή πλευρά σε 3 ασθενείς. Σε καμιά περίπτωση δεν παρατηρήθηκε έξω στροφή της κνήμης μεγαλύτερη των 5° συγκριτικά με την άλλη πλευρά. Το Lysholm Knee Score κυμαινόταν από 79 έως 98 (μ.ο. 87). Δύο ασθενείς είχαν αίσθημα αστάθειας σε έντονη φυσική άσκηση, ενώ στο  ΚΤ-1000 διαπιστώθηκε οπίσθια αστάθεια >3mm (συγκριτικά με το υγιές γόνατο). Ένας από αυτούς είχε ελαφρό πόνο, κατά τη διάρκεια έντονης σωματικής άσκησης, ενώ παρατηρήθηκε έξω αστάθεια 10° σε φόρτιση του σκέλους όπου και προτάθηκε οστεοτομία κνήμης. Ένας ασθενής είχε μέγιστη κάμψη 120°. Όλοι επέστρεψαν σε πλήρη επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα. Σε κανένα δεν παρατηρήθηκε ακτινολογικά προοδευτική εκφύλιση της άρθρωσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Η χειρουργική αποκατάσταση των συνθέτων κακώσεων του γόνατος  είναι αναγκαία. Η αντιμετώπιση όλων των συνδέσμων πρέπει να γίνεται στον ίδιο χειρουργικό χρόνο, εκτός και αν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες που θα πρέπει να αντιμετωπισθούν πρώτα. Αποτελούν βαρείες κακώσεις και οι επιπλοκές είναι αναμενόμενες.

ΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΓΟΝΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΥΨΗΛΗ ΟΣΤΕΟΤΟΜΙΑ ΚΝΗΜΗΣ: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 14 ΕΤΙΑΣ
Δ Νικολόπουλος, Ι Μίχος και συν.
Δ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ. Ν. Ασκληπιείο Βούλας
ΣΚΟΠΟΣ: Να παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα των ολικών αρθροπλαστικών γόνατος (ΤΚΑ) επί προηγηθείσας υψηλής οστεοτομίας κνήμης (ΗΤΟ).
ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ: Από Ιανουάριο 1992 έως Δεκέμβριο 2005, 29 ασθενείς (11 άνδρες και 18 γυναίκες) ηλικίας 62 με 84 ετών (μ.ο. 73) υποβλήθηκαν σε ΤΚΑ με ιστορικό παλαιάς ΗΤΟ (21 αφαίρεση σφήνας, 8 θολωτή). Σε 14 ασθενείς τα υλικά της ΗΤΟ είχαν ήδη αφαιρεθεί. Σε 10 περιπτώσεις έγινε οστεοτομία κνημιαίου κυρτώματος και σε 2 V-Y plasty (Coonse-Adams). Τα κλινικά αποτελέσματα εκτιμήθηκαν βάσει του Knee Society and Hospital for Special Surgery score (KSS).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο χρόνος παρακολούθησης κυμάνθηκε από 4 έως 14 έτη (μ.ο. 7.9). Ο μέσος όρος του KSS ήταν προεγχειρητικά 62 (54-68), ενώ στην τελευταία επανεξέταση 87 (75-93). Η μέγιστη κάμψη κυμάνθηκε από 90-130°. Σε 2 ασθενείς παρατηρήθηκε έλλειμμα έκτασης 5° (fixed flexion), ενώ άλλοι 2 ασθενείς είχαν έλλειμμα ενεργητικής έκτασης (extension lag) 20° (ήταν οι 2 με πλαστική τετρακεφάλου V-Y). Επιγονατιδομηριαίος πόνος παρατηρήθηκε σε 4 περιπτώσεις. Σε 3 ασθενείς χρειάστηκε ενισχυτικό block κνήμης (augmentation). Παρατηρήθηκαν 5 περιπτώσεις με χαμηλή επιγονατίδα (patella baja). Δεν παρατηρήθηκε καμιά χαλάρωση, ούτε αναθεώρηση, αν και σε 6 ασθενείς ακτινογραφικά διαπιστώθηκαν ακτινοδιαυγαστικές γραμμές μέχρι και 4 ζώνες. Οξεία λοίμωξη (τύπου 2) παρουσιάστηκε σε μία ασθενή που αντιμετωπίσθηκε άμεσα χειρουργικά και με καλό τελικό αποτέλεσμα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΤΚΑ σε έδαφος παλαιάς ΗΤΟ έχει περισσότερες τεχνικές δυσκολίες. Παρόλα αυτά το τελικό κλινικό αποτέλεσμα είναι καλό και δεν φαίνεται να διαφέρει στατιστικά σημαντικά από περιπτώσεις πρωτογενούς ΤΚΑ.

ΑΡΘΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΧΙΑΣΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΜΕ ΑΥΤΟΜΟΣΧΕΥΜΑ ΙΣΧΙΟΚΝΗΜΙΑΙΩΝ
Δ.Δ.Νικολόπουλος, Ι. Μίχος και συν.
Δ’ Ορθοπαιδική Κλινική, Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας, Αθήνα
ΣΚΟΠΟΣ: Να παρουσιάσουμε τα πρώιμα συγκριτικά κλινικά και λειτουργικά αποτελέσματα στην αποκατάσταση του Πρόσθιου Χιαστού Συνδέσμου (ΠΧΣ) με διπλή (ΔΔ) και με μονή δέσμη (ΜΔ) ισχιοκνημιαίων.
ΥΛΙΚΟ Κ ΜΕΘΟΔΟΣ: 50 ασθενείς, από 17 έως 39 ετών (μέσης ηλικίας 25.7), 32 άντρες και 18 γυναίκες από Ιανουάριο 2006 έως Ιανουάριο 2009, επιλέχθησαν τυχαία για αποκατάσταση ΠΧΣ με αυτομόσχευμα ισχιοκνημιαίων. Εικοσιπέντε ασθενείς υποβλήθηκαν σε αποκατάσταση με 4-πλή ΜΔ (ομάδα Α) και οι υπόλοιποι 25 υποβλήθηκαν σε ανατομική ΔΔ αποκατάσταση με 2 κνημιαία και 2 μηριαία τούνελ (ομάδα Β), χρησιμοποιώντας το σύστημα της Smith & Nephew. Ο χρόνος παρακολούθησης και για τις δύο ομάδες ήταν 8 έως 32 μήνες (μ.ο. 21) και περιελάμβανε κλινική αξιολόγηση (pivot-shift test, πρόσθιο συρταροειδές test με KT-1000 και Lysholm knee score) και ακτινολογικό έλεγχο.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Το Lysholm score βελτιώθηκε από 35-62 (μέσο 47) προεγχειρητικά, σε 55-100 (ΜΔ: μέσο 91, ΔΔ: μέσο 89) μετεγχειρητικά. Όμως μεταξύ ΔΔ και ΜΔ δεν υπήρχε στατιστικά αξιοσημείωτη διαφορά (Mann-Whitney test, T-test). Το πρόσθιο συρταροειδές test βάση του ΚΤ-1000, βελτιώθηκε αξιοσημείωτα μετεγχειρητικά, αν και δεν υπήρχε στατιστική υπεροχή [ΜΔ (μέσο, 1.9mm), ΔΔ(μέσο, 1.2mm)]. Η στροφική αστάθεια, με βάση το pivot-shift test, ήταν μικρότερη στην ομάδα Β, αν και στατιστικά δεν επιβεβαιώθηκε υπεροχή. Ο μέσος χειρουργικός χρόνος ήταν μεγαλύτερος για τη ΔΔ (110 λεπτά) σε σχέση με ΜΔ (80 λεπτά). Δεν παρατηρήθηκαν φλεγμονές. Παρουσιάστηκε μία επιπλοκή σε κάθε ομάδα, ενός ασθενούς με σύγκαμψη και έλλειμμα έκτασης >5°, που αποκαταστάθηκε πλήρως μετά αρθροσκοπική συμφυσιόλυση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με βάση τη μελέτη μας φαίνεται ότι δεν υπάρχει στατιστικά αξιόλογο πλεονέκτημα της ΔΔ έναντι της ΜΔ στην αποκατάσταση του ΠΧΣ, ως προς την κλινική αξιολόγηση και τις επιπλοκές.

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Υλοποιήθηκε από Webnode